Πλεκτα με βελονες-Κnit

Απο την αγαπημενη μου ομαδα Velonistas και την κ.Μαρια Νταβου ( Η φήμη της έχει προηγηθεί της παρουσίας της, λόγω της πολύ σοβαρής δουλειάς που έχει κάνει, να συγκεντρώσει σε 3 ευκολονόητους τόμους ότι μπορεί κανείς να χρειαστεί όταν θα ξεκινήσει να πλέκει με τις βελόνες και το βελονάκι.) μας δινει να καταλαβουμε την χρησιμοτητα του δειγματος οταν ξεκιναμε να πλεκουμε!!http://www.velonistas.gr/2014-02-05/your-own-needle-stories-maria-davou-on-gauge/ 

Μαρία Ντάβου: Η συγγραφέας των εγχειριδίων πλεξίματος

Είχα ακούσει για τη Μαρία Ντάβου πριν τη γνωρίσω.  Η φήμη της έχει προηγηθεί της παρουσίας της, λόγω της πολύ σοβαρής δουλειάς που έχει κάνει, να συγκεντρώσει σε 3 ευκολονόητους τόμους ότι μπορεί κανείς να χρειαστεί όταν θα ξεκινήσει να πλέκει με τις βελόνες και το βελονάκι.  Περίμενα λοιπόν μια σεβάσμια κυρία με κότσο και φασαμαιν (μη με ρωτάτε που έχω ξαναδει φασαμαιν, η φαντασία δεν έχει λογοκρισία), λίγο παχουλή και πολύ σοφή!  Και, στη συνάντησή των Stitch n’ Bitch στους Κύκλους, μου έκανε εντύπωση μια κοπέλα με μακριά μαλλιά, κυρίως γιατί φορούσε ένα υπέροχο ροζ δαντέλένιο πουλόβερ (το οποίο κρυφά ήθελα να της βγάλω και να αντιγράψω, αλλά κρατήθηκα).  Στην επόμενη συνάντηση στη Χειροτέχνικα, ανακάλυψα ότι η κοπέλα με το ροζ πουλόβερ είναι η Μαρία-συγγραφέας.  ΄Εχεις πάρα πολλά να πεις με κάποιον που σε ενώνει μαζί του το νήμα! Μεταξύ των άλλων, η Μαρία είναι δασκάλα περιωπής στο πλέξιμο, με σημειώσεις και δειγματολόγια… ΄Οποια κάθισε μαζί της στην τελευταία μας συνάντηση, δεν ήθελε να φύγει… Πήρα λοιπόν το θάρρος και της ζήτησα να μοιραστεί κάτι από την εμπειρία της μαζί μας.  Και.. ιδού! το κομμάτι της Μαρίας Ντάβου για το δείγμα:

Η χρησιμότητα του δείγματος και τι σημαίνει πυκνότητα πλέξης

Πριν μερικές ημέρες είχα την χαρά να παραβρεθώ μαζί με κάποιες από τις μαθήτριες μου, που τους διδάσκω πλέξιμο με βελόνες, στην πρώτη συνάντηση των  Velonistas για το 2014 στο καφέ Μέρλιν (Ίδρυμα Θεοχαράκη), όπου έγινε και η κοπή της πίτας τους. Είναι όμορφο να συναντάς και να συζητάς με ανθρώπους όπου αν μη τι άλλο τους ενώνει το νήμα και η αγάπη για χειροποίητες δημιουργίες.  Η Ρόζη μόλις με είδε μου είπε χαρακτηριστικά, «Μαρία σε εσένα θα στέλνω τις αρχάριες», και όταν πλέον έφευγα μου ζήτησε να γράψω ένα άρθρο σχετικά με το πλέξιμο με θέμα της επιλογής μου.

Πόσους πόντους να ρίξω για παιδάκι 3 χρονών;

Κατά την διάρκεια της συνάντησης είχα την ευκαιρία να συζητήσω και με αρχάριες και με πιο έμπειρες πλέκτριες.  Οι ερωτήσεις –απορίες ήταν πολλές.  Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ελάχιστες έπλεκαν ένα δείγμα πριν ξεκινήσουν να πλέξουν ένα πλεκτό σχέδιο, με αποτέλεσμα το πλεκτό να τους βγαίνει είτε φαρδύ είτε στενό.  Για αυτό λοιπόν το άρθρο μου αναφέρεται στην  χρησιμότητα του δείγματος (swatch στην αγγλική γλώσσα)  και τι σημαίνει πυκνότητα πλέξης (gauge ή tension στην αγγλική γλώσσα).
Όλες γνωρίζουμε, ή τουλάχιστον έχουμε ακούσει, το πόσο σημαντικό είναι να έχουμε την σωστή πυκνότητα πλέξης,   όταν πλέκουμε ένα πλεκτό βάσει ενός πλεκτού σχεδίου.  Επίσης, εάν πλέκουμε ένα πλεκτό από δικό μας σχέδιο το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να υπολογίσουμε είναι το πόσοι πόντοι απαιτούνται να «ρίξουμε» ώστε να έχουμε ένα συγκεκριμένο φάρδος. Άρα χρειάζεται πάλι να πλέξουμε το δείγμα μας ώστε να υπολογίσουμε τους πόντους.   Παρ όλα αυτά, οι περισσότερες από εμάς αποφεύγουμε να το πλέξουμε, ίσως γιατί θέλουμε τόσο πολύ να ξεκινήσουμε αμέσως να πλέκουμε το πλεκτό μας.
Όταν το πλεκτό σχέδιο αφορά για παράδειγμα ένα κασκόλ ίσως δεν μας  πειράζει  και τόσο εάν αυτό μας γίνει λίγο πιο φαρδύ ή λίγο πιο στενό.   Όταν όμως το πλεκτό μας αφορά ένα ρούχο, όπως είναι για παράδειγμα ένα πουλόβερ, ζακέτα κλπ., τότε το να μην πλέξουμε πρώτα το δείγμα μας, αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να καταφέρουμε (!) να πλέξουμε ένα πολύ φαρδύ πουλόβερ, ή γάντια τόσο στενά που με τα βίας να μας χωράνε.
Το δείγμα και η πυκνότητα πλέξης
Το δείγμα πρέπει να το πλέξουμε ώστε να μπορέσουμε να μετρήσουμε την πυκνότητα της πλέξης, δηλαδή πόσους πόντους και πόσες σειρές  έχουμε πλέξει ανά εκατοστόμετρο, σε ένα δείγμα 10Χ10 εκατοστά, πλεγμένο με μία συγκεκριμένη πλέξη, και με ένα συγκεκριμένο νούμερο βελόνες και νήμα.    Αυτή λοιπόν η πυκνότητα πλέξης, δηλαδή το πόσο αραιά ή σφικτά πλέκουμε,   μας καθορίζει το πόσο μεγάλο ή μικρό θα γίνει το πλεκτό μας, γι αυτό είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε το πώς θα την προσαρμόσουμε  ώστε να αποφύγουμε το ξήλωμα του πλεκτού μας.
Συνήθως την πυκνότητα πλέξης την προσαρμόζουμε με το να αλλάξουμε νούμερο στις βελόνες.  Όμως η πυκνότητα πλέξης δε εξαρτάται μόνο από το μέγεθος των βελόνων, αλλά εξαρτάται και από τον τρόπο που πλέκουμε, δηλαδή το πόσο σφικτά κρατάμε το νήμα καθώς πλέκουμε.  Ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την πυκνότητα πλέξης είναι το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένες οι βελόνες, διότι υπάρχει πιθανότητα  να τεντώνουμε διαφορετικά το νήμα όταν πλέκουμε με βελόνες από μπαμπού από ότι  όταν πλέκουμε με βελόνες από αλουμίνιο (κάποια υλικά γλιστρούν πιο πολύ απ ότι  κάποια άλλα, έτσι υπάρχει η πιθανότητα  να τεντώνουμε πιο πολύ το νήμα για να κρατήσουμε τους πόντους στην θέση τους).
Ας υποθέσουμε ότι πλέκουμε ένα πουλόβερ βάσει ενός πλεκτού σχεδίου,  όπου σύμφωνα με τις οδηγίες πλεξίματος  για ένα δείγμα 10Χ10 εκατοστά πλεγμένο με βελόνες νούμερο 3,5 απαιτούνται 21 πόντοι και 30 σειρές (πυκνότητα πλέξης), και για τα δύο κύρια κομμάτια (μπροστινό και πίσω κομμάτι) απαιτείται να «ρίξουμε» 105 πόντους για κάθε κομμάτι.  Δεν πλέκουμε το δείγμα μας , και πλέκουμε κατευθείαν  το πουλόβερ με τις βελόνες νούμερο 3,5 που προτείνεται από τις οδηγίες πλεξίματος,  αλλά με πυκνότητα πλέξης 18,5 πόντους και 27 σειρές.  Αυτό μπορεί να μας φαίνεται αμελητέο, αλλά το να έχουμε  2,5 πόντους λιγότερους σε κάθε 10 εκατοστά, φάρδους είναι σημαντικό, διότι θα καταλήξουμε να έχουμε πλέξει ένα φαρδύ πουλόβερ, μια και οι 105 πόντοι θα αντιστοιχούν σε φάρδος 56,75 εκατοστά. Δηλαδή συνολικά το πουλόβερ θα είναι 13,5 εκατοστά πιο φαρδύ.  Όπως καταλαβαίνετε μία μικρή διαφορά στην «πυκνότητα» πλέξης πολλαπλασιάζεται σε μία μεγάλη διαφορά όταν έχουμε να «ρίξουμε» έναν μεγάλο αριθμό πόντων.   Άρα θα πρέπει πρώτα να πλέξουμε το δείγμα μας και ανάλογα με το αποτέλεσμα να προβούμε στις απαραίτητες προσαρμογές.
Όταν πλέκουμε ένα πλεκτό (π.χ. ένα πουλόβερ) βάσει ενός πλεκτού σχεδίου, οι ίδιες οι οδηγίες πλεξίματος μας καθορίζουν και την πυκνότητα πλέξης. Αυτή αναφέρεται συνήθως στην αρχή των οδηγιών μαζί με τον τύπο του νήματος και το νούμερο βελόνων που θα χρησιμοποιήσουμε. Ο σχεδιαστής του πουλόβερ χρησιμοποιεί την πυκνότητα πλέξης για να υπολογίσει το μέγεθος του πλεγμένου πουλόβερ, και δεν χρειάζεται να πλέξει τίποτα άλλο εκτός από ένα δείγμα όπου η πυκνότητα πλέξης θα είναι ο οδηγός του για τον σχεδιασμό ολόκληρου του πουλόβερ.
Εάν θέλουμε λοιπόν το πουλόβερ που θα πλέξουμε να έχει ένα συγκεκριμένο μέγεθος, ώστε να μας ταιριάζει απόλυτα στο σώμα μας,  θα πρέπει η δική μας πυκνότητα πλέξης να είναι ακριβώς η ίδια με αυτή που καθορίζεται από τις οδηγίες του πλεκτού σχεδίου.  Συνήθως, παρ όλο που χρησιμοποιούμε το νούμερο βελόνων που αναφέρεται στις οδηγίες, όταν πλέξουμε το δείγμα μας,  οι πόντοι μπορεί να είναι λιγότεροι ή περισσότεροι ανά εκατοστόμετρο, ιδιαίτερα εάν χρησιμοποιήσουμε ένα διαφορετικό τύπο νήματος από αυτό που αναφέρεται στις οδηγίες πλεξίματος.
Πλέξιμο δείγματος και υπολογισμός πυκνότητας πλέξης
Ξεκινάμε να πλέξουμε το δείγμα μας, χρησιμοποιώντας την πλέξη ζέρσεϋ, (εκτός εάν στις οδηγίες πλεξίματος αναφέρεται ότι η πυκνότητα πλέξης αφορά άλλη πλέξη) με το νούμερο βελόνων που μας καθορίζουν οι οδηγίες πλεξίματος. Πάντα «ρίχνουμε» περισσότερους πόντους  και πλέκουμε περισσότερες σειρές  από ότι αναφέρονται στην πυκνότητα πλέξης,   ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε τις μετρήσεις μας από το κέντρο του δείγματος, και να υπολογίσουμε πιο σωστά τον αριθμό των πόντων και των σειρών.  Για να μην μας γυρίζουν οι άκρες μπορούμε εάν θέλουμε να πλέξουμε γύρω, γύρω ένα πλαίσιο από πλέξη μους  φάρδους περίπου 2,5 εκατοστών.  Αφού πλέξουμε το δείγμα μας κλείνουμε τους πόντους, και ετοιμαζόμαστε να το μετρήσουμε. Εάν στις οδηγίες πλεξίματος, αναφέρεται ότι πρέπει πρώτα να το σιδερώσουμε, τότε το σιδερώνουμε απαλά, χωρίς να το τεντώσουμε.
Τοποθετούμε το δείγμα μας σε μία επίπεδη επιφάνεια και με τον χάρακα ή την μεζούρα και με την βοήθεια μερικών καρφιτσών ορίζουμε τα όρια των 10 εκατοστών.  Μετά μετράμε οριζόντια τους πόντους που αντιστοιχούν σε φάρδος 10 εκατοστών, και κάθετα τις σειρές που αντιστοιχούν σε ύψος 10 εκατοστών .  Σε περίπτωση που το δείγμα μας δεν είναι πλεγμένο με πλέξη ζέρσεϋ αλλά με κάποια άλλη πλέξη,  μετράμε προσεχτικά τους πόντους διότι υπάρχει πιθανότητα οι πόντοι ανάλογα με την πλέξη να κρύβονται ο ένας πίσω από τον άλλο, και είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των πόντων.
Όταν χρησιμοποιούμε νήματα που φέρουν κόμπους ή άλλα διακοσμητικά στοιχεία, συνήθως όταν τα πλέκουμε είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε τον αριθμό των πόντων και σειρών.   Εάν ακολουθούμε κάποιο γραπτό σχέδιο, έχουμε σαν οδηγό την πυκνότητα πλέξης των οδηγιών πλεξίματος.  Όταν όμως πλέκουμε ένα δικό μας σχέδιο είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των πόντων.      Για να τους υπολογίσουμε, πλέκουμε έναν συγκεκριμένο αριθμό πόντων και σειρών, που εμείς ορίζουμε.  Μετράμε το τελικό φάρδος  και ύψος του δείγματος,  και με την  αριθμομηχανή διαιρούμε το φάρδος με τον αριθμό των πόντων που έχουμε πλέξει, και το ύψος με τον αριθμό των σειρών. Με αυτόν τον τρόπο θα έχουμε το πραγματικό μέγεθος κάθε πόντου, το οποίο πολλαπλασιάζουμε με τον αριθμό των εκατοστών φάρδους που θέλουμε να έχει το πλεκτό μας, και το μέγεθος κάθε σειράς, το οποίο πολλαπλασιάζουμε με τον αριθμό των εκατοστών ύψους που θέλουμε να έχει το πλεκτό μας.  Στρογγυλοποιούμε το αποτέλεσμα στον αμέσως πιο κοντινό ακέραιο αριθμό.
Για παράδειγμα, πλέκουμε ένα δείγμα έχοντας «ρίξει» 20 πόντους, και αφού πλέξουμε αρκετές σειρές μετράμε το φάρδος του, το οποίο βρίσκουμε  ότι είναι 13 εκατοστά.  Διαιρούμε το 13 δια 20 οπότε το μέγεθος είναι 0,65 εκατοστά ανά πόντο.  Εάν λοιπόν θέλουμε να πλέξουμε κάτι που να έχει   65 εκατοστά φάρδος, τότε χρειάζεται να «ρίξουμε» 100 πόντους.  Επαναλαμβάνουμε το ίδιο για να βρούμε και τον αριθμό των σειρών.

Διόρθωση πυκνότητας πλέξης
Διόρθωση πυκνότητας πλέξης
Εάν πλέκουμε βάσει κάποιου πλεκτού σχεδίου, αφού  έχουμε πλέξει το δείγμα μας και έχουμε υπολογίσει την πυκνότητα πλέξης,  συγκρίνουμε τις μετρήσεις μας με αυτές των οδηγιών πλεξίματος του σχεδίου.  Εάν έχουμε τον ίδιο αριθμό πόντων, συνήθως και ο αριθμός των σειρών είναι ο ίδιος.  Είναι πιο σημαντικό να έχουμε τον σωστό αριθμό πόντων παρά σειρών, μια και σε όλα τα σχέδια αναφέρεται ένας συγκεκριμένος αριθμός για το «ρίξιμο» πόντων, ενώ το μήκος του πλεκτού μπορούμε εύκολα λίγο να το τροποποιήσουμε.   Εάν λοιπόν ο αριθμός των πόντων διαφέρει θα πρέπει να κάνουμε τις ανάλογες προσαρμογές.
Εάν έχουμε περίπου έναν πόντο περισσότερο ανά 2,5 εκατοστά, αυτό σημαίνει ότι πλέκουμε πιο σφικτά, οπότε δοκιμάζουμε να πλέξουμε το δείγμα μας, με  μεγαλύτερο νούμερο βελόνες.  Εάν έχουμε διαφορά παραπάνω από έναν πόντο, ανά 2,5 εκατοστά,  τότε πιθανόν να χρειαζόμαστε ένα πιο χοντρό νήμα.
Εάν έχουμε περίπου έναν πόντο λιγότερο ανά 2,5 εκατοστά, αυτό σημαίνει ότι πλέκουμε πιο αραιά, το πλεκτό μας θα μας βγει φαρδύ, και υπάρχει και ο κίνδυνος να μην μας φτάσει το νήμα.   Σε αυτή την περίπτωση δοκιμάζουμε να πλέξουμε το δείγμα μας, με μικρότερο νούμερο βελόνες.  Εάν έχουμε διαφορά παραπάνω από έναν πόντο λιγότερο, ανά 2,5 εκατοστά, τότε πιθανόν να χρειαζόμαστε ένα πιο λεπτό νήμα.
Συνεχίζουμε να πλέκουμε, να μετράμε  το δείγμα και να αλλάζουμε το μέγεθος των βελόνων  μέχρι να πετύχουμε την σωστή πυκνότητα πλέξης.  Μόλις την πετύχουμε χρησιμοποιούμε τις συγκεκριμένες βελόνες για να πλέκουμε το πλεκτό μας.
Το δείγμα μας μαζί με την ετικέτα του νήματος μπορούμε να τα φυλάξουμε σε ένα ντοσιέ-τετράδιο και να καταγράψουμε χρήσιμες πληροφορίες όπως πιο σχέδιο πλέξαμε, πόσους πόντους «ρίξαμε», το μέγεθος των βελόνων  που τελικά χρησιμοποιήσαμε, πόσες κούκλες νήμα χρειαστήκαμε  και οτιδήποτε άλλες πληροφορίες κρίνουμε ότι είναι απαραίτητες εάν θελήσουμε να πλέξουμε ξανά το συγκεκριμένο σχέδιο.
Τελικά, το δείγμα και η σωστή πυκνότητα πλέξης μας εξασφαλίζουν να επιτύχουμε το σωστό μέγεθος σε ένα πλεκτό. Ελπίζω, έχοντας πλέον διαβάσει αυτό το άρθρο, να αρχίσετε να σκέφτεστε ότι πριν ξεκινήσετε να πλέκετε το επόμενο σας πλεκτό θα πρέπει να πλέξετε πρώτα το δείγμα σας!!
Μαρία Ντάβου
Συγγραφέας των βιβλίων :
«Πλέκω με τις Βελόνες», εκδόσεις Ψύχαλου, 2006
«Πλέκω με το Βελονάκι», εκδόσεις Ψύχαλου, 2007
«Μέθοδος Διδασκαλίας για Βελόνες και Βελονάκι (Σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα)», εκδόσεις Ψύχαλου, 2013